επιτροχάζω

ἐπιτροχάζω (AM) [επίτροχος]
μιλώ σύντομα και επιπόλαια, πραγματεύομαι με συντομία
αρχ.
καλπάζω ελαφρά.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιτροχασθήσεται — ἐπιτροχάζω run lightly over fut ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτροχάζων — ἐπιτροχάζω run lightly over pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτροχόωσ' — ἐπιτροχόωσα , ἐπιτροχάω pres part act fem nom/voc sg (epic) ἐπιτροχόωσι , ἐπιτροχάω pres part act masc/neut dat pl (epic) ἐπιτροχόωσι , ἐπιτροχάω pres subj act 3rd pl (epic) ἐπιτροχόωσι , ἐπιτροχάω pres ind act 3rd pl (epic) ἐπιτροχόωσαι ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτροχάσαι — ἐπιτροχά̱σᾱͅ , ἐπιτροχάω pres part act fem dat sg (doric) ἐπιτροχά̱σαῑ , ἐπιτροχάω aor opt act 3rd sg (doric aeolic) ἐπιτροχά̱σᾱͅ , ἐπιτροχάζω run lightly over fut part act fem dat sg (doric) ἐπιτροχάζω run lightly over aor inf act ἐπιτροχάσαῑ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτροχάει — ἐπιτροχάω pres ind mp 2nd sg (epic) ἐπιτροχάω pres ind act 3rd sg (epic) ἐπιτροχάζω run lightly over fut ind mid 2nd sg (epic) ἐπιτροχάζω run lightly over fut ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτροχάουσι — ἐπιτροχάω pres part act masc/neut dat pl (epic) ἐπιτροχάω pres ind act 3rd pl (epic) ἐπιτροχάζω run lightly over fut part act masc/neut dat pl (epic) ἐπιτροχάζω run lightly over fut ind act 3rd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτροχάσομεν — ἐπιτροχά̱σομεν , ἐπιτροχάω aor subj act 1st pl (epic doric aeolic) ἐπιτροχά̱σομεν , ἐπιτροχάω fut ind act 1st pl (doric aeolic) ἐπιτροχάζω run lightly over aor subj act 1st pl (epic) ἐπιτροχάζω run lightly over fut ind act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτροχόωσιν — ἐπιτροχάω pres part act masc/neut dat pl (epic) ἐπιτροχάω pres subj act 3rd pl (epic) ἐπιτροχάω pres ind act 3rd pl (epic) ἐπιτροχάζω run lightly over fut part act masc/neut dat pl (epic) ἐπιτροχάζω run lightly over fut ind act 3rd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιτροχώ — ἐπιτροχῶ, άω (Α) [επίτροχος] επιτρέχω, επιτροχάζω …   Dictionary of Greek

  • συνεπιτροχάζω — ΜΑ παθ. συνεπιτροχάζομαι (για λόγο) εκφωνούμαι επιτροχάδην, πολύ βιαστικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐπιτροχάζω «τρέχω, καλπάζω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.